-ιά

-ιά
κατάλ. πολλών θηλ. ουσ., με συνιζανόμενο -ι- (συμπροφέρεται ως ημίφωνο με το επόμενο φωνήεν σε μια συλλαβή) που εμφανίζεται: 1. Σε ονόματα δέντρων-φυτών (κερασ-ιά, αχλαδ-ιά, κολοκυθ-ιά), τα οποία έληγαν στους μτγν. χρόνους σε -έα (πρβλ. αμυγδαλ-έα). Αργότερα, η κατάλ. -έα με μετακίνηση τού τόνου στη λήγουσα και με συνίζηση εξελίχθηκε σε -ιά- αχλαδ-ιά, βαλανιδ-ιά, μηλ-ιά (πρβλ. και ελαία > ελιά, παλαιός > παλιός κ.τ.ό.). Η κατάλ. αυτή χρησιμοποιήθηκε και σε ονόματα φυτών μη καρποφόρων (πρβλ. γαριφαλ-ιά, τριανταφυλλ-ιά)
2. Σε αφηρ. ουσ. κατά τα αντίστοιχα θηλ. τής αρχ. σε -ία που προήλθαν, όπως και τα ρήματα, από ουσ. ή επίθ. (πρβλ. άδικος > αδικώ - αδικία, τύραννος > τυραννώ - τυραννία). Αργότερα, όμως, τα ουσ. αυτά συνδέθηκαν, λόγω σημ., περισσότερο με το ρήμα παρά με το επίθ. ή με το ουσ. Έτσι σχηματίστηκαν από ρήματα πολλά αφηρ. ουσ. σε -ιά (και -ία) χωρίς να μεσολαβεί ονοματικός τ. (πρβλ. αλλαξ-ιά, ανθρωπ-ιά, κλεψ-ιά, παγων-ιά, περπατησ-ιά). Αναλογικά επεκτάθηκε η χρήση τής κατάλ. και σε άλλες κατηγορίες αφηρ. θηλ. ουσ. που προέρχονται από ουσ. και σημαίνουν: α) κακοσμία ή κηλίδα, στίγμα (πρβλ. αβγουλ-ιά, βελον-ιά, βουτυρ-ιά, δακτυλ-ιά, λαδ-ιά, μελαν-ιά, μολυβ-ιά, μουτζαλ-ιά) (βλ. και -ίλα)
β) πληγή, χτύπημα και κάποιο όργανο (πρβλ. δαγκωματ-ιά, κονταρ-ιά, κουτουλ-ιά, μαχαιρ-ιά, σπαθ-ιά, χερ-ιά)
και γ) ποσότητα που περιέχεται σε αυτό το οποίο δηλώνει η πρωτότυπη λ. (πρβλ. αγκαλ-ιά, δεματ-ιά, κουταλ-ιά, μπουκ-ιά, πιρουν-ιά, τηγαν-ιά, χουφτ-ιά, χρον-ιά).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”